Τετάρτη, 27 Σεπτεμβρίου 2017

Πήραν και την Τριπολιτσά, την ξακουσμένην χώρα



Άσε κατά μέρος τις μιζέριες και τους μινιμαλισμούς, διότι σήμερις σου έχω υπερπαραγωγή: Προέδρους, ενωματάρχες, μητροπολίτες, αστυφυλάκους, τον Πάκη, αγήματα, χορευτικά, προσκόπους -ούτε το Τσάο Αντέννα δεν είχε τέτοιο μπάτζετ, ακόμα κι όταν ήταν στα ντουζένια του επί Ρούλας! Άσε, ο κούκος αηδόνι μού έχει στοιχίσει αυτή η ανάρτηση κι έχω να πληρώσω και τον ένφια! Αλλά χαλάλι σου, διότι έναν σ'έχω.



Βρισκόμαστε στην Τρίπολη, μία από τις πιο αγαπημένες μου πόλεις σ'ολάκερη την Ελλάδα! Και όχι σε μία τυχαία ημερομηνία. Αλλά στις 23 Σεπτεμβρίου.



Με κοιτάς με απορία και καθόλου δεν είναι πρέπον. Τί εννοείς ότι δεν ξεύρεις γιατί είναι σημαντική αυτή η ημερομηνία; Έλα και μη χειρότερα! Μετεξεταστέος σε βλέπω να μένεις στο μάθημα της Ιστορίας, κι ακόμα δεν ξεκίνησε η σχολική χρονιά!



Αχ, άδικα σε έντυνε τσολιαδάκι η φουκαριάρα η μάνα σου, άδικα σου βάζουν τα κανάλια σε διαρκείς επαναλήψεις τον Παπαφλέσσα και την Μπουμπουλίνα στας εθνικάς εορτάς, άδικα τα φροντιστήρια, άδικα πήγαν τα νιάτα σου κι είναι τα χρόνια φευγάτα σου -πάει και τελείωσε, δεν παίρνει το παιδί από φουστανέλα.



Ε όχι και υπερβάλλω! Καθόλου δεν υπερβάλλω! Αν έπρεπε να θυμάσαι καημένε μου, δυοτρείς ημερομηνίες από την Επανάσταση του 1821, ετούτη είναι σίγουρα μία εξ αυτών.



Διότι βλέπεις, στις 23 Σεπτεμβρίου εκείνου του εθνοσωτήριου έτους, οι Έλληνες κατέκτησαν την Τριπολιτσά. Χελόου, γι'αυτό και είμαστε σήμερα εδώ και όχι ας πούμε σε μία Μύκονο να πλατσουρίζουμε πάνω σε φουσκωτό φλαμίνγκο ή σε μία Κέρκυρα να περιδρομιάζουμε μία παστιτσάδα, ένα σοφρίτο, ένα μπορδέτο.



Και για τον ίδιο λόγο, ο γλυκύτατος κύριος της φωτογραφίας είναι απολύτως θεμιτό να έχει ντυθεί Κολοκοτρώνης και να απολαμβάνει τον καφέ του σε κεντρικό μαγαζί της πόλεως. Διότι αν ήταν τελοσπάντων μία οποιαδήποτε άλλη ημέρα, θα σκιαζόσουν, θα'βαζες διάφορες κακεντρέχειες με το μυαλό σου και θα'χες και τα δίκια σου.



Αυτός είναι ο λαμπρός Μητροπολιτικός ναός του Αγίου Βασιλείου που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης. Η επικάλυψη με ολόλευκο μάρμαρο Δολιανών προσθέτει μία ξεχωριστή γκραντιοζιτέ στις κατά τα λοιπά αυστηρές σχεδιαστικές του γραμμές. Αν είσαι τουρίστας στα μέρη μας, οφείλεις να περάσεις και να την εθαυμάσεις τη Μητρόπολή μας.



Μα ειδικά σήμερα, ο ναός είναι στα καλύτερά του: στολισμένος και γιομάτος κόσμο. Ναι, μεγάλη μέρα για την πόλη.



Το βλέπεις άλλωστε και το αντιλαμβάνεσαι με όλα αυτά τα χαριτωμένα παιδάκια που κάθονται στημένα με τις ωραιότατες παραδοσιακές στολές τους στα σκαλάκια της μνημειώδους μαρμάρινης κλίμακας.


Το αντιλαμβάνεσαι και από τα στρατά που έχουν παραταχθεί στην πλατεία του Αγίου Βασιλείου με τα όπλα κατά πόδας.



Κάθε τέτοια μέρα, η Τρίπολη εορτάζει το ιστορικό γεγονός της Άλωσης με τελετές, παρελάσεις και απίθανες επισημότητες. Στους εορτασμούς μάλιστα, παρίσταται πολύ συχνά και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. 



Νόμιζες ότι έκαμα πλάκα πριν που ανέφερα τον Πάκη; Ορίστε για να μην λες ότι σου πουλάω φούμαρα.



Γκρο πλαν. Ανφάς, προφίλ, ενσταντανέ.



Αφού παρακολούθησε τη δοξολογία, ο Πρόεδρος κατευθύνθηκε στην Πλατεία Άρεως για την καθιερωμένη κατάθεση στεφάνου και ακολούθως επήγε με τη συνοδεία της πολιτικής, θρησκευτικής και στρατιωτικής ηγεσίας του τόπου στην εξέδρα που είχε στηθεί απέναντι από τη Λέσχη Αξιωματικών, προκειμένου να παρακολουθήσει την λαμπρή παρέλαση. Όχι πες, δεν με προσλαμβάνεις στην ΕΡΤ άμεσα να σου κάμω ρεπορτάζ; 



Λοιπόν, άσε τα σούξου μούξου και πιάσε καλό σημείο να βλέπουμε. Αρχίζει η παρέλαση. Η οποία σε πληροφορώ ότι είναι ζούπερ εντυπωσιακή και με ευρεία συμμετοχή: σχολεία, μουσικοί σύλλογοι, πρόσκοποι, σώματα ασφαλείας, μπάντες.



Κι αν ακόμα δεν σου αρέσουν οι παρελάσεις, ετούτη δω θαρρώ θα σε κερδίσει. Θέλεις οι στολές, θέλεις η ποικιλομορφία των αγημάτων, θέλεις η αίσθηση μίας ζωντανής και δραστήριας τοπικής κοινωνίας που -το βλέπεις πως- έχει βάλει τα δυνατά της για να οργανώσει κάτι όμορφο και μεγάλο και περιποιημένο;



Όλα μαζί συντελούν σε ένα εξαιρετικά ευχάριστο και καλαίσθητο αποτέλεσμα.



Που τελοσπάντων σου προσφέρει μερικά χαμόγελα -κυρίως όταν βλέπεις υπέροχα τσιπιρίκια οκτώ και δέκα χρόνων ντυμένα με παραδοσιακές στολές να παρελαύνουν με χαρά και μπρίο.



Θυμάσαι τον Κολοκοτρώνη που είδαμε πριν; Ε νάτος με την πλήρη του περιβολή, καβάλα στο άλογό του.



Όπως καταλαβαίνεις είναι από τα χάιλάιτς της όλης εκδήλωσης και κερδίζει τα περισσότερα χειροκροτήματα.



Άλλωστε ο Γέρος του Μοριά υπήρξε ένα από τα πιο σημαντικά πρόσωπα στην πολιορκία και την άλωση της πόλης. Δικαίως τον ζητωκραυγάζουν τα πλήθη!



Ναι, ακολουθεί ιστορική παρένθεση, βγάζουμε τα βιβλιαράκια μας από τη σάκα, ανοίγουμε τις κασετίνες μας και σημειώνουμε στα τετραδιάκια μας. Εσείς εκεί στα τελευταία θρανία, σταματήστε να παίζετε με τα κινητά σας διότι θα σας στείλω στον γυμνασιάρχη!

Στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνος, η Τριπολιτσά είχε ήδη αναδειχθεί στο μεγαλύτερο αστικό κέντρο της Πελοποννήσου και η στρατηγική της θέση, την καθιστούσε ιδιαιτέρως σημαντική για τον έλεγχο των οδών προς τις λοιπές μεγάλες πόλεις. Οι Έλληνες είχαν επιχειρήσει να την πολιορκήσουν για πρώτη φορά το 1770, αλλά η αποτυχία τους οδήγησε σε μεγάλη σφαγή του ελληνικού πληθυσμού.



Επανήλθαν όμως το 1821, χάρις την επιμονή του Κολοκοτρώνη που θεωρούσε μείζον θέμα την κατάληψη της πόλης. Τώρα βέβαια εσύ θα αναρωτηθείς και σιγά το δύσκολο: μπουκάρεις από τη λεωφόρο Σπάρτης, πέφτεις στη Γρηγορίου Λαμπράκη και αμέσως έφθασες στο κέντρο. Κάνε λίγο φόκους, μιλάμε για τις αρχές του 19ου αιώνα: οι πόλεις ήταν τειχισμένες, είχαμε πύργους, πολεμίστρες και κανόνια. Μη βλέπεις τώρα που τα έχουμε γκρεμίσει όλα για να σιάξουμε ωραιότατες πολυκατοικίες και να σου στρώσουμε την άσφαλτο νάχεις να σουλατσάρεις.



Οι κάτοικοι της Τριπολιτσάς ήταν γύρω στους 15.000-20.000 με τους μισούς περίπου νάναι Έλληνες, τους άλλους μισούς Τούρκους, ενώ υπήρχαν και μερικοί Εβραίοι. Με το που ξέσπασε η Επανάσταση και άρχισε να βρωμάει μπαρούτι, οι Έλληνες εγκατέλειψαν την πόλη, ενώ αντίθετα πολλοί Τούρκοι από τις γύρω περιοχές κατέφυγαν σε αυτήν με συνέπεια ο πληθυσμός της να αυξηθεί στους 30.000 περίπου. Καταλαβαίνεις νομίζω ότι τα νούμερα είναι εντελώς κατά προσέγγιση, διότι μέσα στο γενικό χαμό δεν είχαμε την έγνοια να μετράμε κεφάλια. Κι αν δεν εμπιστεύεσαι μία φορά τα γκρικ στατίστικς, ας μην μιλήσουμε καν για τα όθωμαν στατίστικς.



Επειδής οι Τούρκοι είχαν πονηρευτεί προφανώς ότι κάτι ετοίμαζαν οι Έλληνες, βρήκαν μία πρόφαση και καλέσαν στην πόλη αρχιερείς και προεστούς της Πελοποννήσου τάχα-μου για κάποια διοικητική υπόθεση, τους οποίους εντέλει κρατήσανε ομήρους καθ'όλη τη διάρκεια της πολιορκίας -και μην περιμένεις χάπι εντ, θα έχουμε θύματα.



Η πολιορκία της πόλης ξεκίνησε στις αρχές Ιουνίου και σύντομα διαφάνηκε ότι τα πράγματα θα ήταν δύσκολα για τους Τούρκους -βλέπεις, εκείνη την περίοδο ο Χουρσίτ Μεχμέτ πασάς που διοικούσε την Πελοπόννησο ήταν απασχολημένος εναντίον του Αλή Πασά στην Ήπειρο οπότε δεν υπήρχαν πολλές διαθέσιμες δυνάμεις για την υπεράσπιση της πόλης, ενώ επιπροσθέτως, η θέση της Τρίπολης καταμεσίς της πεδιάδας, την καθιστούσε πιο ευάλωτο στόχο καθώς η πόλη δεν μπορούσε να ελπίζει σε θαλάσσιο ανεφοδιασμό της και όχι, ο εναέριος δεν έπαιζε εκείνη την εποχή.



Ήδη προς τα τέλη Αυγούστου, η κατάσταση στην πόλη ήταν τραγική. Χωρίς τρόφιμα και χωρίς σημαντική εξωτερική βοήθεια, οι Τούρκοι είχαν αρχίσει να απελπίζονται. Έξω από τα τείχη, οι Έλληνες περίμεναν με ανυπομονησία την κατάληψη της πόλης καθώς προσδοκούσαν -μεταξύ άλλων- στα πλούσια λάφυρα και στις αμοιβές που είχαν θεσπιστεί για κάθε κομμένο κεφάλι και κάθε αιχμάλωτο Τούρκο.

Μία μαύρη αγορά είχε στηθεί μεταξύ των μέσα και των έξω, με τους Έλληνες να πουλάνε στους πολιορκούμενους τρόφιμα με αντάλλαγμα όπλα και πολύτιμα αντικείμενα. Σύμφωνα με τον Raybaud που κατέγραψε τα γεγονότα, η Μπουμπουλίνα, ο Κολοκοτρώνης, οι Μαυρομιχαλαίοι και πολλοί άλλοι οπλαρχηγοί έκαμαν περιουσίες μέσα σε λίγες μέρες, χάρις σε αυτές τις δοσοληψίες. Όχι να τα λέμε κι αυτά!



Το πρωινό της 23ης Σεπτεμβρίου επικρατούσε αναστάτωση λόγω της πολλοστής προσπάθειας των Τούρκων να διαπραγματευθούν κάποια συμφωνία και της πρόθεσης Αλβανών ενόπλων που είχαν σταλεί από τον Χουρσίτ Μεχμέτ προς βοήθεια των Τούρκων, να εγκαταλείψουν την πόλη. Μέσα στο γενικό χαμό, οι Έλληνες κατάφεραν να σκαρφαλώσουν στο τείχος, να στρέψουν τα πυροβόλα κατά της πόλης και να χτυπήσουν το σαράι. Οι πύλες άνοιξαν και ακολούθησε το χάος.



Η σφαγή ήταν τρομακτική και ανελέητη: επί τρεις ημέρες, οι Έλληνες σφαγίαζαν άμαχους Τούρκους και Εβραίους, γυναίκες, παιδιά, ακόμα και βρέφη. Οι βασανισμοί, τα ξεκοιλιάσματα, οι εκπαραθυρώσεις και οι λεηλασίες δημιούργησαν ένα σκηνικό τρόμου.



Κάποιοι Τούρκοι κατέφυγαν στην Μεγάλη Τάπια, την ακρόπολη της πόλης, άλλοι στο τουρκικό σχολείο, άλλοι κλειδώθηκαν στα σπίτια τους, αλλά όλα ήσαν μάταια. Οι Έλληνες κατέκαψαν την πόλη, ενώ τα θύματα υπολογίζονται από 15.000 έως 30.000.



Οι διηγήσεις των αυτοπτών μαρτύρων είναι ανατριχιαστικές, ενώ Ευρωπαίοι αξιωματούχοι που παρακολουθούσαν τις σφαγές μετέφεραν την εικόνα στις πατρίδες τους με περιγραφές για ξεριζωμένα χέρια και πόδια, σουβλισμένους Τούρκους πάνω σε φωτιές, ανοιγμένες κοιλιές εγκύων και άλλα παρόμοια που μάλλον δεν θα διαβάσεις εύκολα σε βιβλίο ιστορίας του ελληνικού σχολείου. Αλλά θα διαβάσεις με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια σε βιβλίο ιστορίας του τουρκικού σχολείου.



Πράγματι, μιλάμε για σκληρές εποχές που η σφαγή, το ξαντέριασμα και οι λογής λογής βιαιοπραγίες ήσαν φαινόμενα συνηθισμένα. Πράγματι, οι συστηματικές σκληρότητες των Τούρκων εις βάρος των Ελλήνων κατά τα τετρακόσια χρόνια (αλλά και η πολύ πρόσφατη τότε σφαγή ελληνικών πληθυσμών μετά τα αποτυχημένα Ορλοφικά του 1770) μπορεί να αιτιολογούν τη μανία για εκδίκηση. Δεν είναι μήτε δίκαιο, μήτε σωστό να βγάζει κανείς σήμερα το χάρακα της ηθικής από την άνεση του σαλονιού του και να ασκεί εύκολη κριτική σε πράγματα που συνέβησαν δύο αιώνες πριν -την εποχή που τα δύο τρίτα του κόσμου τελούσαν υπό αποικιοκρατικό καθεστώς και στην Αμερική ήταν πλήρως αποδεκτή η ιδιοκτησία σκλάβων, έτσι για να σου θυμίσω με αδρές γραμμές το ευρύτερο πλαίσιο αναφοράς. Όχι δεν δικαιολογώ, προσπαθώ να καταλάβω.



Και τελοσπάντων εστιάζω στο εξής: όλα αυτά τα ζητήματα θα έπρεπε να τα διδασκόμαστε πιο συστηματικά και να τα ξεύρουμε. Όχι γιατί αποτελούν απλώς εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, αλλά διότι διαμορφώνουν -θαρρώ- μία εναργέστερη αντίληψη της ιστορίας και της ταυτότητάς μας. Του τί συνέβη, γιατί συνέβη και πού οδήγησε.



Κάποιος θα πει ότι ο εξευγενισμός της ιστορικής μας πορείας μπορεί να διαμορφώσει καλύτερα εθνική συνείδηση και να καλλιεργήσει τη φιλοπατρία. Εγώ πάλι θα διαφωνήσω και θα σου πω ότι καλύτερος πολίτης και πληρέστερος άνθρωπος είναι ο κριτικά σκεπτόμενος. Εκείνος που μπορεί να δει πέρα από τα εθνικά αφηγήματα ή να δοκιμάσει -ως προσωπική άσκηση- τις στερεοτυπικές του αντοχές και αντιλήψεις.



Ας επιστρέψουμε όμως στην ιστορική παρένθεση -που ναι, είναι μεγάλη, αλλά είχα να καλύψω και τόση ύλη. Η κατάληψη της Τριπολιτσάς ήταν κομβικής σημασίας γεγονός για την Επανάσταση. Ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη και ένα τεράστιο πλήγμα στους Οθωμανούς (όχι μόνο σε ανθρώπινες ζωές και υλικό κόστος, αλλά και στο γόητρό τους).



Όμως είχε και μία άλλη σημαντική επίπτωση που επίσης νομίζω ότι θα έπρεπε να τονίζεται περισσότερο. Μετά τη σφαγή, τα εκατοντάδες πτώματα, η βρώμα και η δυσωδία σε συνδυασμό με τον υγρό και ζεστό καιρό οδήγησαν στο ξέσπασμα επιδημίας τύφου. Αρχικά, ο τύφος χτύπησε τους πολιορκημένους Τούρκους, αλλά μετά τη σφαγή εξαπλώθηκε και στους Έλληνες. Εντέλει εκείνον τον τραγικό χειμώνα, του 1821 προς 1822, πέθανε το ένα τέταρτο του πληθυσμού της Πελοποννήσου. Κάποιοι ιστορικοί λένε πως αυτό συνετέλεσε στην αποδυνάμωση του αγώνα και τη δραματική τροπή που πήρε μερικά χρόνια αργότερα με την έλευση του Ιμπραήμ.



Δεν περιμένεις εμένα να σου πω πόσο πολύ σημαντική ήταν η Επανάσταση του 1821 για τη δημιουργία της ανεξάρτητης Ελλάδας. Ήταν κορυφαία στιγμή της σύγχρονης ιστορίας αυτού του λαού και προϋπόθεση για όλα όσα ακολούθησαν. Και παρότι απομακρύνεται χρονικά από το σήμερα, συνεχίζει να αποτελεί την αφετηρία μας και ως τέτοια, να ορίζει κάποια τουλάχιστον από τα χαρακτηριστικά μας. Καλά και καλά, ένδοξα και αλγεινά. Πολύ καλώς λοιπόν τη θυμόμαστε και πολύ καλώς επανέρχεται στη συζήτησή μας. Τέλος παρένθεσης.



Το ξεύρω ότι η περίοδος που ζούμε είναι δύσκολη. Το ξεύρω ότι όλα αλέθονται στο μύλο των ιδεολογικών ερμηνειών, των στερεοτυπικών παραδοχών, των φανατικών αντιπαραθέσεων. Έχουμε καταφέρει σε αυτόν τον τόπο να μην συμφωνούμε πλέον για τίποτα: Πρέπει να γίνονται παρελάσεις; Πρέπει να συμμετέχουν σε αυτές μαθητές; Πρέπει ο σημαιοφόρος να βγαίνει με κλήρωση; Ήδη από τις απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα και από το πόσο φανατικά μου τις διατυπώνεις, μπορώ να σου πω τί ψηφίζεις (μα καλά, Λεβέντη; Έλεος πια!).



Όμως εδώ, η Τρίπολη, νομίζω ότι δείχνει και έναν τρόπο πιο απλό και συνετό για να αντιμετωπίζεις τέτοια ζητήματα. Η παρέλαση ήταν μία αφορμή. Αμέσως μετά τη λήξη της, τσολιάδες, Κολοκοτρωναίοι, Αμαλίες, σημαιοφόροι και πυροσβέστες βρέθηκαν να τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους στις ταβέρνες. Μαζί με τις παρέες τους, τους συγγενείς και τους φίλους τους. Καλοντυμένοι όλοι (με σιδερωμένες φουστανέλες κάποιοι) και εντελώς γελαστοί. Όπως θα έπρεπε να είναι.



Θα'μουν ακόμα πιο χαρούμενος αν γίνονταν όλα αυτά αφορμή και για συζήτηση. Ωφελημένοι μόνο θα ήμασταν. Την ιστορία πρέπει να τη μαθαίνουμε και να τη θυμόμαστε. Πρέπει να την κοιτάμε κατάματα και να'χουμε το θάρρος να την αντιμετωπίσουμε. Τότε ναι, μπορούμε αν θέλουμε και να την εορτάσουμε.



Πριν σε αφήσω, επέτρεψέ μου να σου πω και τούτο: ο εορτασμός εδώ στην Τρίπολη, μου υπενθύμισε κάτι επίσης σημαντικό που φαίνεται να ξεχνάμε τελευταία. Πως πρέπει να ανταμώνουμε. Να βρίσκουμε τρόπους να επικοινωνούμε ακόμα και όταν διαφωνούμε. Ιδίως τότε. Να ανταμώνουμε. Σε σπίτια, σε δρόμους, σε πλατείες. Με θετικές αφορμές και όχι απλώς για να φασκελώνουμε συλλογικώς τη Βουλή.



Γιατί σ'αυτήν την πορεία, πηγαίνουμε παρέα. Και στα καλά και στα κακά, παρέα είμαστε. Ας μάθουμε ο ένας από τον άλλο και όλοι μαζί. Με καλή διάθεση και με επίγνωση, ίσως εντέλει και να μπορέσουμε να το κερδίσουμε το παρακάτω. 

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

Kristiansund (B-side)



Αυτή η ώρα, αυτή η μαγική ώρα. Της σιωπηλής, κατανυκτικής και άνευ όρων παράδοσής μας στο σκοτάδι. Αυτή η ώρα, αυτή η μαγική ώρα.



Οι φανοί στις δημοσιές ανάβουν πλέον πιο νωρίς. Κι ακόμα πιο νωρίς. Καλπάζει βλέπεις, ασυγκράτητη η νύχτα, σαν δέσει το φθινόπωρο. Κι όλο μεγαλώνει, τρώγοντας με βουλιμία το φως.



Με ζωγραφιά μοιάζουν θαρρείς τα σπίτια γύρω από τον κόλπο του Kristiansund, λίγο πριν υποκύψουνε κι αυτά στην παγωμένη νύχτα.



Μονάχα οι κραυγές απ'τα γλαρόπουλα σκίζουν την υγρασία. Κι αυτό το ψύχος, άτρωτο, κανέναν δεν λυπάται.



Θε να με πεις τρελό; Θε να με πεις γρουσούζη; Μα τ'αγαπώ με έναν τρόπο, αυτό το ψύχος. Την απολαμβάνω τούτη την ησυχία.



Περιπατώ μαζί της και προσπαθώ -όσο μπορώ- να μην την ενοχλήσω. Σιγανά τα βήματά μου, μετρημένη η ανάσα μου. Δεν θέλω να'μαι παρείσακτος, εισβολέας, εκμαυλιστής.



Μέρος της θέλω να'μαι, σιωπή μέσα στην ησυχία.



Κοιτάζω απέναντι το ένα από τα τέσσερα νησιά που συναπαρτίζουνε την πόλη. Ξανά και ξανά. Κάθε στιγμή που περνάει είναι αλλιώς. Σε άλλη παλέτα ομορφιάς -πώς περιμένεις να χορτάσω τέτοια εικόνα; Κλείνω τα μάτια, τα ανοίγω και πάλι αλλιώς είναι.



Ύστερα κοιτάζω προς την πλευρά της γέφυρας. Τινάζει ο ουρανός τα πινέλα του και τα βουτάει μέσα στη θάλασσα. Μπλε, κίτρινα, κόκκινα, μαβιά -μήτε που ξεύρω πόσα χρώματα ανακατεύονται και χύνονται αντάμα. Νερομπογιές που αλλάζουνε διαρκώς το αριστούργημα και πάλι αριστούργημα προκύπτει.



Και οι σκιές; Οι αντανακλάσεις; Τα φώτα που λαμπυρίζουν; Αν είσαι αμάθητος στα κάλλη του Βορρά, πάει σαστίζεις.



Αυτή την ώρα οι περισσότεροι είναι πια στα σπίτια τους. Σπάνια συναντάς άνθρωπο έξω -ίσως κανέναν που αθλείται ή άλλον που κάμει τον περίπατό του με το σκύλο. Με ένα νεύμα χαιρετιέσαι, ένα χαμόγελο ανταλάσσεις. Κι ύστερα πάλι μόνος. Μα δεν με νοιάζει.



Γιατί αυτή την ώρα αγαπώ περσσότερο απ'όλες. Κουμπώνω σφιχτά το μπουφάν μου, κατεβάζω πιο χαμηλά στο μέτωπο το σκούφο μου κι αφήνομαι στην περιπλάνηση. Ανεβοκατεβαίνω τους λόφους του Kristiansund, περνώ τις γέφυρες, σεργιανάω στ'ακρωτήρια.



Ξεκλέβω καθημερινότητες από τα μεγάλα φωτισμένα παράθυρα. Άνθρωποι που κάμουν αυτά που κάμεις κι εσύ, αυτά που κάμω κι εγώ. Μαγειρεύουν, τρώνε, διαβάζουν, βλέπουνε τηλεόραση, συζητούν, γελάνε, μιλάνε στο τηλέφωνο, σιδερώνουν, παίζουν.



Τα ίδια κάμουν -γιατί μού φαίνονται αλλιώς; Ναι, είναι εκείνη η μυστήρια γυναικεία μορφή που μοιάζει με ακρόπρωρο και με κοιτάζει με νόημα από ψηλά. Και μου ψιθυρίζει πως είναι πράγματι αλλιώς.



Μπορούμε για ώρα να συζητούμε -εγώ, εσύ και το ακρόπρωρο- τα πώς και τα γιατί.



Αλλά επέτρεψέ μου, τούτην την ώρα να μην την μαγαρίσουμε με άλλες αναλύσεις.



Μονάχα να τη ντύσουμε με εικόνες και μ'αισθήσεις.



Σκαρφαλώνω σε ένα ύψωμα και κοιτάζω τα σπίτια. Με σκηνικό παραμυθιού, μοιάζουν. Με εικονογράφιση παιδικού βιβλίου.



Κι ύστερα κατηφορίζω στην πίσω πλευρά, πάλι προς τη θάλασσα.


Νόμιζα πως ξεύρω από θάλασσες -μα δες που κι αυτή ακόμα, αλλιώτικη μου φαίνεται εδώ.



Κοιτάζω πέρα μακριά τα λιγοστά φωτάκια που τρεμοπαίζουν ανάμεσα στα βουνά, τους κόλπους και τα σύννεφα. Κατάμονα τα δύστυχα, μα τόσο τυχερά.


Θαρρώ πως πρέπει να γυρίσω, μα δεν θέλω. Άσε με λίγο ακόμα, άσε με.


Το δειλινό διαρκεί περσσότερο εδώ. Όπως και το ξημέρωμα. Κι όλα τα φαινόμενα δεν είναι όπως τα ξεύρεις. Σαν στέκεις μπροστά σε αυτές τις ποικιλίες, πιο ταπεινός γίνεσαι. Πιο γνωστικός, μπορεί. 



Κοίτα ξανά τη γέφυρα πώς μούντεψε! Χρυσάφι απλώθηκε στον ουρανό και χύθηκε στη θάλασσα.



Τώρα θα πεις βεβαίως πως χρυσάφι που δεν πιάνεται, πλούτος είναι χαμένος. Θαρρώ όμως πως χρυσάφι που το χαίρεσαι, ειν'πλούτος κερδισμένος.



Σε μερικές εβδομάδες, η μέρα θα'χει τόσο συρρικνωθεί που θα μοιάζει πια με φευγαλέα εντύπωση. Κι έτσι οι τόποι αυτοί θα'ναι αφημένοι σε ένα συνεχές σκοτάδι.


Αν λογαριάσεις μαζί το κρύο, το χιόνι, την αντάρα, τότες θα πεις στα σίγουρα πως μεγάλο κόστος καταβάλλουν οι άνθρωποι που ζουν εδώ. Πράγματι, έτσι είναι.



Δεν είναι εύκολο πράμα ο Βορράς. Δεν σου χαρίζεται, δεν σε καλομαθαίνει.



Κι έχει έναν τρόπο να επιβάλλεται. Να θέτει τους κανόνες, να απαιτεί, να ορίζει.


Θέλει δύναμη για να τον αντιμετωπίσεις, θέλει σθένος. Μα έχεις και τα οφέλη σου.


Μαθαίνεις να εκτιμάς. Τη φύση, τους άλλους, τον εαυτό σου.


Είναι που λείπει ο θόρυβος. Είναι αυτή η υπέροχη και άτιμη σιωπή.


Αυτή η σιωπή που παύει τα πάντα. Και σου επιτρέπει -όχι απλά σου επιτρέπει, αλλά σου επιβάλει- ν'ακούσεις το μέσα σου. Ακούς, δεν ακούς; Όλον αυτό το θόρυβο της πλημμύρας. Από τη δική σου καταιγίδα. Τη σπαραχτική εκείνη καταιγίδα που μαίνεται βαθιά σου και την οποία κρύβεις πίσω από τις δουλεμένες εκφράσεις του προσώπου σου.


Σημείωση: Τα "B-Sides" του πτηνού περιλαμβάνουν σκόρπιες φωτογραφίες, σκέψεις, εντυπώσεις και παραλειπόμενα που δεν χώρεσαν στην ορίτζιναλ ανάρτηση. Και που κανονικά θα έμεναν στο συρτάρι του μπλογκ. Αλλά βρήκαν τρόπο να σκάσουν μύτη και να μοστραριστούν ως αυτοτελές ποστάκι μη-χειρότερα. Για να ιδείς την βασική ανάρτηση ετούτου του "B-Side", πατάς εδώ

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts